Ενδομητρίωση: πότε πρέπει να χειρουργείται;

Μία πολύ σημαντική απόφαση για τη γυναίκα που πάσχει από ενδομητρίωση, είναι το πότε και αν θα πρέπει να επιλέξει την χειρουργική επέμβαση ως θεραπεία εκλογής για την επίλυση του προβλήματος της.

Υπάρχουν κάποια αντικειμενικά κριτήρια που θα πρέπει να ακολουθούνται. Παράλληλα όμως ισχύουν και υποκειμενικοί λόγοι που μπορεί να παίξουν ρόλο στην απόφαση της ασθενούς και αφορούν στο μέλλον της γονιμότητας της.

Υποψήφιες για ριζική  χειρουργική θεραπεία είναι όσες εμφανίζουν έντονη συμπτωματολογία με άλγος υπογαστρίου και δυσμηνόρροια, ενώ έχουν παράλληλα ολοκληρώσει την οικογένεια τους και δεν επιθυμούν να τεκνοποιήσουν. Συνήθως είναι γυναίκες άνω των 40 ετών.

Ο μεγαλύτερος προβληματισμός υπάρχει στις περιπτώσεις που έχουμε ενδομητριώματα – ενδομητριωσικές κύστες και στο ερώτημα πότε πρέπει αυτά να αφαιρούνται. Αν κανείς ανατρέξει σε πολλές μελέτες που έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί από σοβαρά επιστημονικά κέντρα, θα διαπιστώσει ότι οι περισσότερες συμφωνούν σε μία κατεύθυνση.

Καταλήγουν λοιπόν ότι θα πρέπει να γίνεται αφαίρεση κύστεων που είναι μεγαλύτερες των 4 εκατοστών. Επίσης στα περισσότερα συνέδρια γονιμότηταςόπου συχνά-πυκνά υπάρχει διαμάχη για αυτή την επιλογή, οι περισσότεροι σύνεδροι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Ο σημαντικότερος λόγος που πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην απόφαση για χειρουργική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης, είναι γιατί ακόμα και ο καλύτερος, πιο έμπειρος χειρουργός, που θα πραγματοποιήσει την επέμβαση, δεν μπορεί να αποφύγει την καταστροφή και υγιούς ωοθηκικού ιστού με αποτέλεσμα να μειωθεί η γονιμότητα της γυναίκας.

Την ίδια στιγμή είναι πολύ αποτελεσματική μία συντηρητική χειρουργική επέμβαση μετά την οποία ακολουθεί 3μηνη ή 6μηνη φαρμακευτική αγωγή, και η οποία συνιστάται  σε περιπτώσεις γυναικών νεαρότερης ηλικίας που δεν επιθυμούν να τεκνοποιήσουν άμεσα.

Πέρα όμως από οποιαδήποτε κατά περίπτωση επιλογή, η θέση της διαγνωστικής λαπαροσκόπησης για την ενδομητρίωση έχει βαρύνουσα σημασία στην θεραπευτική προσέγγιση της ενδομητρίωσης και βοηθάει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της, είτε αυτή γίνει χειρουργικά σε άμεσο χρόνο, είτε επιλεχθεί μια πιο συντηρητική προσέγγιση.