Ινομυώματα

Τα ινομυώματα αποτελούν μια καλοήθη κλινική οντότητα στα γυναικολογικά νοσήματα, που εμφανίζονται συχνά στην αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας και παραμένουν σιωπηρά στην εμμηνόπαυση.

Είναι λοιπόν καλοήθεις όγκοι που αποτελούνται απο ινώδη ιστό και αναπτύσονται κυρίως μεσα στην μήτρα. Τα παράγει ο ίδιος οργανισμός χωρίς κάποιο συγκεκριμένο αίτιο.Τρέφονται και μεγαλώουν από την βασική ορμόνη του γυναικείου σώματος, τα οιστρογόνα, που είναι αυξημένη στην αναπαραγωγική ηλικία. Ανάλογα λοιπόν με την ακριβή τους ανατομική θέση και το μέγεθος τους καθορίζουν τα τυχόν συπτώματα που θα προκαλέσουν στην γυναίκα και την μελλοντική αντιμετώπιση τους από τον κλινικό γιατρό.

Ανάλογα λοιπόν την θέση τους χαρακτηρίζονται ως:

  • Ενδοτοιχωματικά, δηλαδή βρίσκονται μέσα στον μυικό χιτώνα της μήτρας-το βασικό της τοίχωμα.
  • Υποβλενογόνια, δηλαδή προβάλουν μέσα στην ενδομητρική κοιλότητα και είτε βρίσκονται ολόκληρα, είτε ένα ποσοστό τους δειυσδύει στο τοίχωμα
  • Υπορογόνια, δηλαδή βρίσκονται κάτω από τον ορογόνο της μήτρα,ς τον εξωτερικό χιτώνα
  • Μισχωτά ή εξωτερικά, δηλαδή βρίσκονται εκτός της μήτρας και ενώνονται με έναν μίσχο

Τα πιο συχνά συμπτώματα που προκαλούν τα ινομυώματα είναι:

  •  βαριές και παρατεταμένης διάρκειας περίοδοι: με πήγματα και κατά συνέπεια αναιμία, εύκολη κόπωση, ζαλάδα, νωθρότητα-τα ινομυώματα βρίσκονται στο εσωτερικό της μήτρας και την εμποδίζουν να συσπαστεί αποτελεσματικά κατά το τέλος της περιόδου
  • υπογονιμότητα: τα ινομυώματα, ακόμα και μικρά σε μέγεθος, όταν ασκούν πίεση ή παραμορφώνουν την είσοδο της μήτρας (τράχηλος) ή τα στόμια των σαλπίγγων, εμποδίζουν την ομαλή δίοδο του σπέρματος προς τις σάλπιγγες όπου γίνεται η γονιμοποίηση.
  • συχνουρία: συχνές ουρολοιμώξεις, ακράτεια ούρων. Τα μεγάλα συνήθως σε μέγεθος ινομυώματα, ασκούν πίεση στην ουροδόχο κύστη που βρίσκεται σε άμεση επαφή με τη μήτρα, εμποδίζοντας την πλήρη διάτασή της και την ομαλή λειτουργία της.
  • αποβολές πρώτου τριμήνου κύησης: τα ινομυώματα που συνήθως καταλαμβάνουν χώρο στην κοιλότητα της μήτρας, εμποδίζουν την ομαλή εμφύτευση του εμβρύου στην εσωτερική επιφάνεια της μήτρας (ενδομήτριο)
  • κοιλιακά άλγη: συνήθως σταδιακής έναρξης και με διαλείποντα ή συνεχή χαρακτήρα. Τα ινομυώματα, λόγω μεγέθους προκαλούν την αίσθηση βάρους, ενώ λόγω ανεπαρκούς αιματώσεώς τους προκαλούν ισχαιμικούς πόνους παρόμοιους με αυτούς που προκαλεί η καρδιά κατά το έμφραγμα του μυοκαρδίουΟξύς και ισχυρός πόνος μπορεί να προκληθεί σπάνια κατά τη συστροφή ενός μισχωτού ινομυώματος γύρω από τον άξονά του.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Αν και σε πολλές περιπτώσεις είναι εύκολη η διάγνωση των ινομυωμάτων κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης, επιπλέον εξετάσεις είναι απαραίτητες προκειμένου η διάγνωση να είναι ακριβής. Οι εξετάσεις αυτές περιλαμβάνουν: Υπερηχογράφημα της μήτρας, κυρίως διακολπικό ή και κοιλιακό. Υστεροσαλπιγγογραφία, με την εξέταση αυτή διαπιστώνεται ακτινολογικά η ροή ειδικής σκιαγραφικής ουσίας μέσω της μήτρας και των σαλπίγγων. Η εξέταση αυτή μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την κοιλότητα της μήτρας και τη διαβατότητα των σαλπίγγων. Υστεροσκόπηση, όπου εξετάζεται λεπτομερώς η ενδομητρική κοιλότητα, με τη χρήση ενδοσκοπίου μέσω του τραχήλου. Η εξέταση αυτή συνήθως πραγματοποιείται λίγες ημέρες μετά το τέλος της περιόδου, όταν το ενδομήτριο είναι λεπτό και τα στόμια των σαλπίγγων ευκολότερα ορατά. Λαπαροσκόπηση, στην επέμβαση αυτή, που πραγματοποιείται με γενική αναισθησία, η κοιλιακή κοιλότητα της ασθενούς διατείνεται με διοξείδιο του άνθρακα έτσι ώστε τα όργανα να είναι πιο ορατά. Κατόπιν ένα ενδοσκόπιο εισάγεται στο εσωτερικό της κοιλιάς μέσα από μια μικροσκοπική τομή κοντά στον αφαλό. Με τη βοήθεια του ενδοσκοπίου και παρατηρώντας με μεγάλη προσοχή, ο ειδικός χειρουργός ελέγχει την κατάσταση των κοιλιακών οργάνων και εντοπίζει αν υπάρχουν παθολογικές καταστάσεις (π.χ. Ενδομητρίωση, πυελικές συμφύσεις, ινομυώματα) που προκαλούν υπογονιμότητα. Μαγνητική τομογραφία, με την εξέταση αυτή είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η θέση και το μέγεθος των ινομυωμάτων και να διαπιστωθεί αν τα ινομυώματα αυτά παραμορφώνουν ή όχι την μητρική κοιλότητα. Αν και ως μέθοδος είναι πολύ ακριβής, σπάνια χρησιμοποιείται για την διάγνωση ινομυωμάτων. Περισσότερο χρησιμοποιείται για τη διαφορική διάγνωση τους και τοπογραφική συσχέτισή τους.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η αντιμετώπιση των ινομυωμάτων καθορίζεται από την θέση, το μέγεθος, την συμπτωματολογία και την ηλικία της γυναίκας. Συνήθως αποφασίζεται εκπυρήνιση (δηλ. αφαίρεσή τους). Η εκπυρήνιση γίνεται λαπαροτομικά, λαπαροσκοπικά ή υστεροσκοπικά ενώ μερικές φορές χορηγούνται προεγχειρητικά ορμονικά σκευάσματα (GnRH- ανάλογα) για να μειωθούν σε μέγεθος και να μειωθεί η αιμάτωσή τους. Σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν ολοκληρώσει το αναπαραγωγικό τους έργο συνήθως ακολουθούμε την συντηρητική αντιμετώπιση και σπανιότερα αν κρίνεται αναγκαίο αφαιρούνται όλα τα γυναικολογικά όργανα με ολική υστερεκτομή με τα εξαρτήματα (σάλπιγγες-ωοθήκες).

Αμιγώς φαρμακευτική – συντηρητική αγωγή, η οποία έχει δύο στόχους:

  1. να ανακουφίσει από τα συμπτώματα π.χ. αιμορραγία
  2. να μειώσει το μέγεθος των ινομυωμάτων.

Είναι γνωστό ότι τα ινομυώματα κατά την εμμηνόπαυση συρρικνώνονται. Υπάρχουν λοιπόν ενέσεις που προκαλούν ψευδο-εμμηνόπαυση, συρρικνώνουν τα ινομυώματα για μικρό χρονικό διάστημα (6 μήνες) μετά το οποίο επανέρχονται στο αρχικό τους μέγεθος. Επίσης, οι θεραπείες αυτές κατά τη διάρκεια της χορήγησής τους συνοδεύονται από παρενέργειες, όπως εφιδρώσεις, εκνευρισμό, κατάθλιψη και μείωση της οστικής μάζας. Εδώ ανήκουν: α) τα αντισυλληπτικά χάπια και το Danazol τα οποία μειώνουν την ποσότητα της εμμήνου ρύσεως. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί από τους περισσότερους γυναικολόγους. β) Τα ανάλογα των γοναδοτροπινών (GnRH analogue) είναι ορμονική θεραπεία που μειώνει στο ελάχστο την παραγωγή οιστρογόνων από τις ωοθήκες. Με την πτώση των επιπέδων των οιστρογόνων προκαλείται και συρίκνωση του μεγέθους των ινομυωμάτων και βελτίωση των συμπτωμάτων. Η πτώση, όμως των οιστρογόνων θέτει τη γυναίκα σε μια κατάσταση παρόμοια με αυτή της εμμηνόπαυσης, με τα συνοδά συμπτώματα των εξάψεων, της ατροφίας και του κινδύνου οστεοπόρωσης. Γι’αυτό η θεραπέια με GnRH ανάλογα περιορίζεται στους 6 μήνες διάρκειας διότι προκαλούν φαρμακευτική εμμηνόπαυση. Εδώ το κύριο πρόβλημα δεν είναι μόνο τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης αλλά κυρίως η μείωση της οστικής μάζας η οποία μπορεί να είναι καταστροφική σε κάποιες περιπτώσεις. Χρησιμοποιούνται πολύ και στις ημέρες μας κυρίως προεγχειρητικά. γ) Τώρα τελευταία ερευνώνται τα SPRMs που είναι ειδικοί τροποποιητές των υποδοχέων της προγεστερόνης. Αυτά δρουν στο ενδομήτριο μειώνοντας αισθητά την διάρκεια και την σοβαρότητα των αιμορραγιών και δεύτερον μειώνουν το μέγεθος των ινομυωμάτων. Αυτά τα τελευταία φάρμακα απομένει να τα δούμε στην πράξη.

ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ-ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΑΦΑΙΡΕΣΗ

Η θεραπεία εκλογής σήμερα είναι η λαπαροσκόπηση για τα περισσότερα ινομυώματα. Στην λαπαροσκόπηση χειρουργούμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και σε ένα ανοιχτό χειρουργείο. Η διαφορά είναι ότι δεν ανοίγουμε την κοιλιά, δεν βάζουμε κομπρέσες οι οποίες τραυματίζουν τα εσωτερικά όργανα ( συμφύσεις), δεν ακουμπάμε τα εσωτερικά όργανα με τα χέρια μας – γάντια (συμφύσεις) και τέλος δεν έχουμε ανοιχτή κοιλιά εκτεθειμένη στον ατμοσφαιρικό αέρα (αφυδάτωση ιστών – μολύνσεις – συμφύσεις).

Λαπαροτομία (ανοιχτό χειρουργείο) γίνεται όταν έχουμε: Ινομυώματα μεγαλύτερα από 9-10 εκ. Συνολικός αριθμός μεγαλύτερος από 5-6. Πολλές προηγούμενες επεμβάσεις με ανοιχτά χειρουργεία αποτελούν μια σχετική αντένδειξη, λόγω πιθανής ύπαρξης εκτεταμένων συμφύσεων.

ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ

Αισθητικό αποτέλεσμα. Μεγέθυνση του εγχειρητικού πεδίου. Μειωμένη αιμορραγία (σπάνιες μεταγγίσεις αίματος) Μειωμένος μετεγχειρητικός πόνος. Ταχύτερη επάνοδο στις καθημερινές δραστηριότητες. Μία ημέρα νοσηλεία στο νοσοκομείο. Λιγότερες συμφύσεις στο εσωτερικό του οργανισμού, γεγονός που σημαίνει καλύτερη γονιμότητα σε άτοκες γυναίκες. Η νάρκωση κατά τη διάρκεια της επέμβασης είναι γενική διότι τοποθετείται αέριο στην κοιλιά για διάταση των τοιχωμάτων της, που δυσκολεύει την αναπνοή. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η μηχανική υποστήριξη κατά τη διάρκεια του χειρουργείου

Υστεροσκοπική αφαίρεση: Τα εσωτερικά ινομυώματα (υποβλεννογόνια), τεμαχίζονται σε μικρά κομμάτια διαμέσου του τράχηλου της μήτρας με ένα ενδοσκοπικό εργαλείο που ονομάζεται υστεροσκόπιο. Το υστεροσκόπιο εισάγεται από τον τράχηλο απευθείας στην ενδομητρική κοιλότητα. Με χρήση ειδικών υγρών για διάταση της μήτρας διενεργείται διατομή του ινομυώματος κάτω από οπτικό έλεγχο. Οι κίνδυνοι να προκληθεί βλάβη στη μήτρα με αυτόν τον τρόπο είναι ελάχιστοι. Η επέμβαση απαιτεί ολική αναισθησία αλλά όχι τόσο βαθιά απαιτείται με την λαπαροσκόπηση. Η ασθενής μπορεί να φύγει από την κλινική την ίδια μέρα και να επιστρέψει άμεσα στις δραστηριότητές της.