Μαστογραφία: μια εξέταση με μεγάλη αξία

95%. Είναι το ποσοστό των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού που έχουν πλήρη ίαση εάν η νόσος εντοπιστεί έγκαιρα. Η μαστογραφία είναι δεν είναι απλά ακόμα μια εξέταση. Είναι η εξέταση που μπορεί κυριολεκτικά να σας σώσει τη ζωή.

Σκοπός της μαστογραφίας είναι ο εντοπισμός του καρκίνου σε αρχικό στάδιο οπότε και είναι ευκολότερα αντιμετωπίσιμος. Μάλιστα σε πάρα πολλές περιπτώσεις, αν η νόσος εντοπιστεί σε πρώιμο στάδιο, είναι αρκετή η χειρουργική αφαίρεση του ευρήματος χωρίς να απαιτείται άλλη θεραπεία.

Οι γυναίκες χωρίς οικογενειακό ιστορικό, πρέπει να κάνουν την πρώτη μαστογραφία τους ή μαστογραφία αναφοράς, όπως λέγεται, μεταξύ 35 και 40 ετών. Ωστόσο αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει την διενέργεια της εξέτασης και σε γυναίκες νεαρότερης ηλικίας. Μετά τα 40, η μαστογραφία συμπεριλαμβάνεται στο ετήσιο τσεκ απ που κάθε γυναίκα πρέπει να κάνει.

Σε περιπτώσεις γυναικών που έχουν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, η συνήθης οδηγία είναι η πρώτη μαστογραφία να γίνεται δέκα χρόνια νωρίτερα από την ηλικία στην οποία νόσησε το συγγενικό τους πρόσωπο. Ανάλογα με το βαθμό συγγένειας που τις συνδέει με το προσβεβλημένο άτομο και την ηλικία στην οποία παρουσιάστηκε η κακοήθεια, εκτός από την μαστογραφία μπορεί να ζητηθούν και συμπληρωματικές διαγνωστικές εξετάσεις όπως, μεταξύ άλλων και όχι αποκλειστικά, τομοσύνθεση, υπερηχογράφημα-ελαστογραφία ή μαγνητική τομογραφία μαστών.

Για γυναίκες νεαρότερης ηλικίας, συστήνεται η τακτική αυτοψηλάφιση σε συνδυασμό με την κλινική εξέταση και αν ο γιατρός το ζητήσει, υπερηχογράφημα μαστών.

Πώς γίνεται η εξέταση

Για την εξέταση χρησιμοποιείται ο μαστογράφος, ένα ειδικό ακτινολογικό μηχάνημα με χαμηλό ποσοστό ακτινοβολίας. Ο μαστός τοποθετείται ανάμεσα σε δύο μεταλλικές πλάκες, και λαμβάνονται δύο λήψεις. Διαδοχικά, εξετάζονται και οι δυο μαστοί. Η διαδικασία είναι ολιγόλεπτη και ανώδυνη. Μπορεί ωστόσο να υπάρξει ενόχληση και ίσως για γυναίκες με μικρούς μαστούς, μικρής εντάσεως πόνος λόγω της πίεσης που ασκούν οι πλάκες στον μαστό.

Μολονότι αρκετά διαγνωστικά κέντρα παρέχουν ακόμα στις μέρες μας τη δυνατότητα για αναλογική μαστογραφία, η ψηφιακή μαστογραφία είναι ασφαλώς προτιμότερη. Εκλύει λιγότερη ακτινοβολία και προσφέρει μεγαλύτερη ευκρίνεια αλλά και δυνατότητα επεξεργασίας της λήψης ώστε να αξιολογηθούν καλύτερα τα απεικονιστικά αποτελέσματα. Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων γίνεται αρχικά από ειδικευμένο γιατρό-ακτινολόγο και στη συνέχεια, από τον θεράποντα γιατρό της γυναίκας.

Η μαστογραφία δεν έχει αντενδείξεις. Ο μοναδικός της περιορισμός αφορά γυναίκες που βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ακόμα και εκείνες που θηλάζουν, μπορούν να εξεταστούν λαμβάνοντας συγκριμένες οδηγίες για τον χρόνο του θηλασμού που θα προηγηθεί της εξέτασης. Επιπρόσθετα, το γάλα μετά την μαστογραφία πρέπει να αφαιρείται με θήλαστρο και να μην δίνετε στο μωρό λόγω της –έστω και μικρής- ακτινοβολίας που εκλύεται κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Η μαστογραφία εκτός του καρκίνου μπορεί να δώσει στοιχεία και για άλλες καλοήθεις αλλοιώσεις του μαστού που επίσης πρέπει να αντιμετωπιστούν.